Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι

Δὲν ἐνθυμοῦμαι πλέον πῶς μου τὸ ἔλεγε ἡ ἀείμνηστος ἡ κυρούλα μου τὸ ὡραῖον ἐκεῖνο παραμύθι. Ἐπρόκειτο δι᾿ ἕνα βασιλόπουλο, ὁποὺ δὲν ἔστεργε πότε νὰ πανδρευθῇ, ἀνίσως δὲν εὕρισκε μίαν βασιλοπούλα, τὴν ὄμορφη τοῦ κόσμου, ὅπου νὰ εἶναι ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι, καὶ κόκκινη σὰν τὸ αἷμα.

Καὶ ὕστερα νομίζω, τὸ βασιλόπουλο ἐπῆγε νὰ λαφοκυνηγήσῃ εἰς τέτοιον καιρόν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν αὐτὴν τὴν ἑβδομάδα, ἀκόμη καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας. Κι ἔρριξε μίαν τουφεκιὰν ἐπάνω στοὺς χιονισμένους κάμπους καὶ στὰ λιβάδια καὶ στὰ πλάγια τῶν βουνῶν κι ἐμάτιασε μίαν ἔλαφον. Καὶ τὸ αἷμα τῆς ἐλάφου ἐχύθη ἐπάνω στὰ χιόνια, κι ἐκεῖ, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἐγεννήθη μία βασιλοπούλα, κι ἐμεγάλωσε καὶ ἦταν ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι καὶ κόκκινη σὰν τὸ αἷμα.

Καὶ τὸ βασιλόπουλο ηὖρε τὴν νύμφην τῶν ὀνείρων του, πλασμένην ἀπὸ χιόνι, ὅπως ὁ Πυγμαλίων τὴν ηὖρε ἀπὸ μάρμαρον. Ὅλοι αὐτοὶ ὑπῆρξαν εὐτυχεῖς ἐναντίον πρὸς τὸν στίχον τοῦ Ἰταλοῦ Ποιητοῦ, καὶ συμφωνότεροι πρὸς τὸν ὁρισμὸν τοῦ ἀρχαίου φιλοσόφου. Εὐτυχεῖς, διότι δὲν ὑπῆρξαν. Ἀλλ᾿ ἔκαμον καὶ ἄλλους πρὸς καιρὸν εὐτυχεῖς, τόσα παιδιὰ ποὺ ἄκουσαν τὰς διηγήσεις τῶν προμητόρων.

Ἐνθυμῆσθε τὸν στίχον τοῦ Σολωμοῦ.

Ποιὰ εἶναι κείνη ποὺ κατεβαίνει
ἀσπροντυμένη ἀπ᾿ τὸ βουνό.

Ἡ χιὼν καὶ τὸ γάλα εἶναι αἱ δυὸ προχειρότεραι κοινοτοπίαι διὰ τὴν λευκότητα νεαρὸς γυναικός. Μίαν φορὰν ἔτυχε ν᾿ αὐτοσχεδιάσω ἓν δίστιχον, πρὸς ἔπαινον μιᾶς λευκῆς καὶ λευκοφορεμένης. Μαζὺ μὲ ἕνα ἀγαπημένον, εὐγενῆ φίλον μου, τὸν Γιαννάκην τοῦ κατετὰν-Ἀργυροῦ, ἐβαδίζομεν εἰς τοῦ Ἀχειλᾶ τὸ ποτάμι, τὸν κατήφορον, τὸ ρέμμα-ρέμμα.

Παρὰ τὴν βρύσιν, ἐπέζευσεν ἐκεῖνος, ἐγὼ ἐπέμεινα πεζὸς νὰ βαδίζω. Τότε μ᾿ ἐβίασε φιλικῶς νὰ λάβω ὀνάριον, τὸ ὁποῖον ἐσταμάτησεν εἰς τὸν δρόμον. Ἦτο μεγαλόσωμον, μὲ κοκκινωπὸν σποδοβάϊον τρίχωμα, ὅλως ἀσυνήθους χρώματος, τὸ ὁποῖον ἐγώ, μὲ τὸ ἀνακάτωμα ἀθηναϊκῶν ἀναμνήσεων, ὠνόμασα κοκκινέλι.

Παρὰ τὴν βρύσιν μας ἔφερεν ὁ ψυχογιὸς τοῦ Γιαννάκη, ὁ ἀγωγιάτης καλάθιον μὲ ἀχλάδια, ἀγγούρια καὶ πράγματα. Ἔβαλεν εἰς τὴν πηγήν, διὰ νὰ κρυολογήση, τὸ παγοῦρι μὲ τὸ ρακί. Παγοῦρι φυσικόν, ἀπὸ ποδάρι τεραστίας καβούρας, τὸ ὁποῖον ὀνομάζομεν, δὲν ἠξεύρω διατί, τὸν Καβουροπόλεως. Ἐλέγαμεν π.χ. φέρε τὸν Καβουροπόλεως, μᾶς ἦλθεν ὁ Καβουροπόλεως; καὶ τὰ τοιαῦτα.

Ἀλλ᾿ ἰδού, ἐνθυμοῦμαι. Εἷς νεαρὸς μοναχός, ἀγαπῶν νὰ ἀστεΐζεται, γενομένου ποτὲ λόγου περὶ μητροπολιτῶν διαφόρων παροικιῶν, ληγουσῶν εἰς πόλεως, ὅταν ἔτυχε τότε νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν μέσην καὶ τὸ παγοῦρι αὐτὸ τοῦτο, ἀνέκραξεν αἴφνης!

- Νὰ καὶ ὁ Καβουροπόλεως!

Ἐκεῖ λοιπόν, ὅταν τὸ παγοῦρι αὐτὸ ἔφερε τοὺς συνήθεις γύρους, ἀνεκαλέσαμεν, μὲ πάντα σεβασμόν, τὰ λόγια τοῦ προφήτου Ἠλιού, ἐκ τῆς Βασιλειῶν Γ´, κι ἐλέγαμεν «Δευτερώσητε, καὶ ἐδευτέρωσαν. Τρισσεύσητε, καὶ ἐτρίσσευσαν».

Ὅπου ὁ καπετὰν Γιαννάκης, μεγάλως φαιδρυνθεῖς, ὅταν ἤκουσε τὰ ἐδάφια αὐτὰ τῆς Γραφῆς, ἀφελῶς ἔλεγεν, ἀποτεινόμενος πρὸς κληρικὸν φίλον μας.

- Τί δευτέρωσες, παπᾶ;

Τοῦ Γιαννάκη βεβαίως θὰ ἐπήγαινεν ὁ νοῦς τοῦ εἰς τὸ δευτέρωμα τῶν ἀμπέλων, τὸ καλούμενον καὶ δισκάφισμα.

Τέλος, ἵππευσα κι ἐγὼ εἰς τὸ Κοκκινέλι, τὸν Πήγασόν μου, καὶ ἠρχίσαμε ν᾿ ἀνερχώμεθα τὸ βουνό. Ἐπηγαίναμεν εἰς ἕνα πανηγύρι τοῦ Προδρόμου, τῆς 24 Ἰουνίου.

Ἐκεῖ συνηντήσαμε τὴν λαμπρὰν παρέαν τοῦ καπετάν-Κωνσταντῆ τοῦ Μυτιληνιοῦ, ὅλην ἔφιππον. Αὐτός, ἡ συμβία του, τὰ 4 παιδιά του καὶ δυὸ παραγυιοί του. Ἡ καπετάνισσα, ὡραῖα, τριακοντούτις γυνή, μὲ λαμπρὰν περιβολή, καὶ κόκκινα μεταξωτὰ ὑποκάμισσα, ἵππευε μεγαλοπρεπῶς ἐπὶ εὐρώστου ἡμιόνου.

Ξαναμμένος, καθὼς ἤμουν ἐγώ, ὀχούμενος ἐπάνω εἰς τὸ Κοκκινέλι, μοῦ ᾖλθε νὰ εἴπω εἰς τὸν καπετὰν Κωνσταντήν.

- Μοῦ δίνεις τὴν ἄδειαν νὰ πῶ ἕνα τραγούδι τῆς κυρίας;

- Εὐχαρίστως.

Καὶ τότε ἀπήγγειλα.

Ἀσπροκολοβοῦσα μου καὶ ἄσπρη σὰν τὸ γάλα
σένα σου πρέπει λεβεντιά, σοῦ πρέπει καὶ καβάλα.

Σημειώσατε, ὅτι ἡ πρώτη λέξις τοῦ διστίχου ἄνευ δυσφημίας σημαίνει, ἐκεῖ εἰς τὰς νήσους, τὴν φέρουσαν λευκὸν κολόβιον, ἢ φουστάνι ἄνευ χειρίδων.

Καὶ ὅλα μὲν αὐτὰ καλὰ ἦσαν τότε, ἀλλὰ τώρα, ὅταν ἐγήρασε τις, οὔτε ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι, οὔτε κόκκινη σὰν αἷμα, τίποτε πλέον ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ δὲν βλέπει τις. Ἀλλὰ καταντᾷ νὰ γίνεται αὐτός: κρύος σὰν τὸ χιόνι... καὶ νὰ πάσχῃ ἀναιμίαν.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ

"Ἐγώ πατήρ, ἐγώ ἀδελφός, ἐγώ νυμφίος, ἐγώ οἰκία, ἐγώ τροφεύς, ἐγώ ἰμάτιον, ἐγώ ρίζα, ἐγώ θεμέλιος. Πᾶν ὅπερ ἄν θέλῃς ἐγώ. Μηδενός ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγώ δουλεύσω. Ἦλθον γάρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγώ καί φίλος καί ξένος καί κεφαλή καί ἀδελφός καί ἀδελφή καί μήτηρ. Πάντα ἐγώ. Μόνον οἰκείως ἔχε πρός ἐμέ. Ἐγώ πένης διά σέ καί ἀλήτης διά σέ, ἐπί σταυροῦ διά σέ, ἐπί τάφου διά σέ, ἄνω ὑπέρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρί. Κάτω ὑπέρ σοῦ πρεσβευτής παραγέγονα παρά τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σύ καί ἀδελφός καί συγκληρονόμος καί φίλος καί μέλος. Τί πλέον θέλεις;"

(Κατά τόν Χρυσόστομον)

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Το καθαρότερο πράγμα της δημιουργίας

Δεν ξέρω, μα δεν έμεινε καθόλου σκοτάδι.
Ο ήλιος χύθηκε μέσα μου από χίλιες πληγές.
Και τούτη τη λευκότητα που σε περιβάλλω
δε θα τη βρεις ούτε στις Άλπεις, γιατί αυτός ο αγέρας
στριφογυρνά ως εκεί ψηλά και το χιόνι λερώνεται.
Και στο λευκό τριαντάφυλλο βρίσκεις μια ιδέα σκόνης.
Το τέλειο θαύμα, θα το βρεις μοναχά μες στον άνθρωπο:
λευκές επεκτάσεις που ακτινοβολούν αληθινά
στο σύμπαν και υπερέχουν. Το πιο καθαρό
πράγμα λοιπόν της δημιουργίας δεν είναι το λυκόφως,
ούτε ο ουρανός που καθρεπτζεται μες στο ποτάμι, ούτε
ο ήλιος πάνω στης μηλιάς τ’ άνθη. Είναι η αγάπη.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Χώρα - θερμοκήπιο

Tης Mαριας Kατσουνακη

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από συνέντευξη του Χάρολντ Πίντερ και περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα της παράστασης «Το θερμοκήπιο», που παρουσιάζει ο Λευτέρης Βογιατζής στο θέατρο της οδού Κυκλάδων:

«... βλέπουμε μια αρρώστια να απλώνεται μέσα στο ίδιο το κέντρο της γλώσσας κι η γλώσσα γίνεται ένα σταθερό προσωπείο, μία ταπετσαρία φτιαγμένη από ψέματα. Η ανελέητη και κυνική υποβάθμιση ανθρώπινων όντων, πνευματικά και σωματικά, ο θάνατος αναρίθμητων χιλιάδων – τέτοιου είδους πράξεις δικαιολογούνται μέσα από ρητορικά σχήματα, στείρα ορολογία και αντιλήψεις εξουσίας που ζέχνουν. Θα γυρίσουμε ποτέ να κοιτάξουμε τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε; Αναρωτιέμαι. Εχουμε τις ικανότητες να το κάνουμε; Μήπως οι δομές της γλώσσας και οι δομές της πραγματικότητας (θέλω να πω: αυτού που όντως συμβαίνει) ακολουθούν παράλληλες διαδρομές; Μήπως στην ουσία της η πραγματικότητα παραμένει έξω από τη γλώσσα, ξεχωρισμένη, αμετακίνητη, αλλότρια, ανεπίδεκτη περιγραφής; Είναι αδύνατο να υπάρξει μια ακριβής και καίρια αντιστοιχία ανάμεσα σ’ αυτό που είναι και στον τρόπο με τον οποίο το αντιλαμβανόμαστε; Ή μήπως είμαστε υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούμε τη γλώσσα μόνο για να συσκοτίσουμε και να διαστρεβλώσουμε την πραγματικότητα –να διαστρεβλώσουμε αυτό που συμβαίνει– επειδή το φοβόμαστε;».

Το συγκεκριμένο έργο του Πίντερ δεν εστιάζει μόνο πάνω στη γλώσσα. Και η παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή ανασύρει, σε μια υποδειγματικά διαυγή ανάγνωση, ό, τι έχει να προσφέρει το κείμενο. Λειτουργεί ως άλλο «θερμοκήπιο» σκέψεων, παρατήρησης, συνειρμών, το οποίο ο σκηνοθέτης καλλιεργεί με θαυμαστή φροντίδα και χειρουργική ακρίβεια. Το πιντερικό «Θερμοκήπιο» (σε μετάφραση Νίνου - Φένεκ Μικελίδη) είναι μια μαύρη πολιτική φάρσα, πάνω στην τρέλα, την παράνοια, την ασυδοσία και τις ίντριγκες που αναπτύσσονται και ευοδώνονται μέσα στους κρατικούς γραφειοκρατικούς μηχανισμούς.

Η γλώσσα που στηλιτεύει και η γλώσσα που συσκοτίζει. Η γλώσσα που ναρκώνει και η γλώσσα που αφυπνίζει. Η γλώσσα που ανακουφίζει και η γλώσσα που τραυματίζει. Η γλώσσα που μεταμορφώνει και η γλώσσα που αποθηριώνει. Οσα ο Πίντερ ανιχνεύει ως στρεβλή επικοινωνία, καταγράφοντας τις αμφιβολίες του με αλλεπάλληλα ερωτήματα, αναβιώνει μέσα από τον πολιτικό, συνδικαλιστικό και δημοσιογραφικό λόγο. Ολοι όσοι απευθύνονται δημόσια διαμορφώνουν την καθημερινότητα, δίνουν το στίγμα της πραγματικότητας. Και εδώ, στήνονται οι παγίδες, ασυνείδητες και συνειδητές.

Οι λέξεις καλούνται να σηκώσουν το φορτίο της περιγραφής μιας πραγματικότητας πολλαπλών όψεων. Υπαρκτής ή κατασκευασμένης, αδιάφορης, στεγνής ή ανανεωμένης και ελπιδοφόρας. Η ζωή μας όλη ζυμώνεται μέσα στη γλώσσα. Αλλοτριώνεται ή αναπνέει, αντλεί κουράγιο ή βυθίζεται στον φόβο και στην προκατάληψη.

Οπως έγραφε και ο Πίντερ, χρόνια πριν η οικονομική κρίση ανατρέψει άρδην αξίες και προοπτικές, η ορολογία πρέπει να υποβάλλεται σε «αυστηρή κριτική διερεύνηση». Αν δεν μπορέσουμε να το κάνουμε, τότε «και η ηθική και η πολιτική κρίση μας μοιραία θα εξασθενήσουν».

Στην Ελλάδα, στην εποχή που διανύουμε, τι έχει εξασθενήσει περισσότερο: η σκέψη ή η γλώσσα; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Η «ηθική και πολιτική κρίση» ενισχύεται ή αμβλύνεται και από τα δύο. Μια χώρα - θερμοκήπιο των πιο αντιφατικών «προϊόντων»: αθλιότητας και προκοπής, διαφθοράς και φιλότιμου, εξαχρείωσης και εργατικότητας. Ποια πλευρά κυριαρχεί στο θερμοκήπιο; Χρειάζεται δύναμη –δύναμη εξουσίας– για να ξεδιαλύνει ο συνδυασμός, να απαλλαγούν τα ζεύγη των λέξεων από το άρρωστο σκέλος. Η απομόνωση αποπλανεί και η απόσυρση αφήνει το έδαφος ελεύθερο στην ψυχική τύφλωση, στον μαρασμό.

Στη ζωή, όπως και στη θεατρική σκηνοθεσία, «δεν ξέρεις πού πηγαίνεις, ποιο είναι το επόμενο βήμα, αλλά πρέπει να το βρεις». Είναι πολύ σημαντικό, λέει ο Πίντερ, «να μην τα φτύσεις πάνω στη σκηνή. Πρέπει να συνεχίζεις την πορεία σου». Εστω και με μεγάλη αβεβαιότητα

Hμερομηνία : 15/5/11
Copyright: http://www.kathimerini.gr

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

Πέθανε ο κορυφαίος αργεντινός συγγραφέας Ερνέστο Σάμπατο

Στα 99 του χρόνια έφυγε από τη ζωή μία από τις μεγαλύτερες λογοτεχνικές «φωνές» της Λατινικής Αμερικής, ο αργεντινός Ερνέστο Σάμπατο. Ο συγγραφέας, που γεννήθηκε το 1911 στο χωριουδάκι Ρόχας της επαρχίας του Μπουένος Άιρες άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του σήμερα το πρωί, καθώς υπέφερε από έντονα προβλήματα υγείας στους πνεύμονές του (βρογχίτιδα) όπως ανακοίνωσε στον Τύπο η σύζυγός του, Ελβίρα Γκονζάλες Φράγκα.

«Είχε βρογχίτιδα εδώ και δεκαπέντε ημέρες και στην ηλικία του αυτό είναι τρομερό», είπε ηΓκονζάλες Φράγκα, επιβεβαιώνοντας το θάνατο του μεγαλύτερου εν ζωή Αργεντινού συγγραφέα.

Σπούδασε φυσική και φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της πόλης Λα Πλάτα. Έζησε στο Παρίσι όπου εργάστηκε στο περίφημο εργαστήριο Κιουρί αλλά και στο ΜΙΤ των Η.Π.Α. Το 1940 επέστρεψε στην πατρίδα του και από το 1945 και μετά αφιερώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στη γραφή.

Εξαιρετικός μυθιστοριογράφος ο Σάμπατο, ένα κράμα υπαρξισμού και αγωνιστικής γραφής υπέρ της ελευθερίας και κατά της καταπίεσης, έγραψε στοχαστικά δοκίμια για τη λογοτεχνία και την πολιτική, όπως επίσης και δημοσιογραφικά κείμενα, εκ των οποίων τα σημαντικότερα ήταν αυτά για τους «εξαφανισθέντες» συμπολίτες του στη διάρκεια του «βρώμικου πολέμου» της δικτατορίας στην Αργεντινή κατά τη δεκαετία του 70'. Υπήρξε μέλος της αρμόδιας Εθνικής Επιτροπής (CONADEP) που ερεύνησε τα εγκλήματα της χούντας μετά από αίτημα του προέδρου Ραούλ Αλφονσίν και εξέδωσε τα ευρήματά της το 1984 με τον τίτλο «Ποτέ ξανά».

Τα μυθιστορήματά του, εκλεπτυσμένες δοκιμές πάνω σε φιλοσοφικά αλλά και ψυχολογικά ζητήματα, συμπορεύτηκαν με τις εργασίες του για την πολιτική και την κοινωνία και επέδρασαν καταλυτικά στην Αργεντινή αλλά και την Λατινική Αμερική του δεύτερου μισού του 20 αιώνα.

Έχει γράψει διάφορα βιβλία με δοκίμια σχετικά με τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου και το νόημα της συγγραφικής δραστηριότητας - «Ο συγγραφέας και τα φαντάσματά του» (1963), «Απολογίες και απορρίψεις» (1979), κ.ά. - και τρία μυθιστορήματα: «Το τούνελ» (1948), «Περί ηρώων και τάφων» (1961) και «Αββαδών ο εξολοθρευτής» (1974), καθώς και το αυτοβιογραφικό «Πριν το τέλος» (1999). Πολλά (και τα πιο σημαντικά) απ' αυτά κυκλοφορούν στα ελληνικά.

Αύριο η Αργεντινή ετοιμαζόταν να τον τιμήσει για την προσφορά του στην πνευματική και λογοτεχνική ζωή του τόπου του στα πλαίσια της Εθνικής Έκθεσης Βιβλίου. Δυστυχώς, δεν πρόλαβε να γιορτάσει τα 100 του χρόνια στις 24 Ιουνίου 2011.

πηγή: Το Βήμα

Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες

Τρία κριτήρια περί καταλληλότητας

Η τελευταία ταινία «Χάρι Πότερ» (2010) ήταν στην Αγγλία ακατάλληλη κάτω των 12 ετών (εδώ τα πιτσιρίκια την είδαν αδιακρίτως…). Η θεματολογία του επικεντρωνόταν στη –μη κατονομαζόμενη ως τέτοια– σατανική σχάση προσωπικότητας που επέρχεται με τον φόνο, τη νοσηρή επιδίωξη αθανασίας, την πορεία του ήρωα στο σκοτάδι. Το ανατρεπτικό «Ράνγκο» κατηγορείται την ίδια ώρα για «ακαταλληλότητα». Υποχρεώνοντας, πιθανόν, τους ενηλίκους «κάτι» να πρέπει να εξηγήσουν στο παιδί, το άβολο χιούμορ του μοιάζει δυσκολότερα διαπραγματεύσιμο από το ντελίριο «κατινιάς» της «Πάτι». Πολιτισμικά ήθη που θα συναντούσε κανείς άλλοτε σε λούμπεν πληθυσμούς παρηκμασμένων βιομηχανικών κέντρων διατρέχουν πλέον κάθετα τα παραζαλισμένα μεσαία ελληνικά στρώματα.

Ως μη ειδικός συνοψίζω τρία υποκειμενικά - εμπειρικά κριτήρια περί καταλληλότητας των παιδικών θεαμάτων. Το πρώτο, αμιγώς ψυχαγωγικό – το «τερπνόν»· το δεύτερο, το παλαιό «ωφέλιμο», ενώ το τρίτο ας το καλέσουμε κριτήριο εισαγωγής σε μια κριτική σχέση με την ποιοτική τέχνη.

Ευχαριστιέται το παιδί από το θέαμα («περνάει καλά»); Ωφελείται (μαθαίνει; Αναπτύσσει δεξιότητες νοητικές ή ψυχοκοινωνικές); Εισάγεται, τέλος, στην επαφή με την τέχνη ως κριτικός και απαιτητικός μέτοχος (όχι ως καταναλωτής–έρμαιο); Η εφαρμογή οποιουδήποτε εκ των τριών κριτηρίων θα «έκαιγε» αναμφίβολα και την «Πάτι»: κυνική ως «μήνυμα», βλακώδης ως «σενάριο», φτηνιάρικη ως «μιούζικαλ». Για νεαρά παιδιά είναι απλώς μια κακή ιδέα. Για τα πολύ μικρότερα, είναι απαράδεκτη. Ολοι εθιζόμαστε. Μόνο που στην περίπτωση των παιδιών είναι υπεύθυνοι οι ενήλικοι για να αποτρέψουν τον εθισμό, θέτοντας όρια. Η καθημερινή «Πάτι» αποτελεί ευκολία ανάλογη προς την κατανάλωση συσκευασμένων γλυκών και σνακ από το περίπτερο της γειτονιάς: ένα σούπερ μάρκετ θα συνιστούσε ήδη ανώτερη, συγκριτικά, κατηγορία…

Μαρία Τοπάλη, ποιήτρια
Hμερομηνία : 7/4/11
http://www.kathimerini.gr